Πόνος, πρήξιμο ή ενόχληση στις σκάλες μπορεί να σχετίζονται με βλάβη του αρθρικού χόνδρου. Η σωστή διάγνωση καθορίζει αν χρειάζεται συντηρητική θεραπεία ή, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, αποκατάσταση του χόνδρου.
Η χονδροπάθεια μπορεί να αφορά από μία μικρή εστιακή βλάβη έως πιο εκτεταμένη φθορά του αρθρικού χόνδρου. Η αντιμετώπιση εξατομικεύεται ανάλογα με τη θέση και την έκταση της βλάβης, τα συμπτώματα, τη δραστηριότητα του ασθενούς και τη συνολική κατάσταση του γόνατος.
Η χονδροπάθεια γόνατος είναι βλάβη του αρθρικού χόνδρου, δηλαδή του λείου ιστού που καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες των οστών και επιτρέπει στο γόνατο να κινείται με πολύ μικρή τριβή.
Η βλάβη του χόνδρου μπορεί να κυμαίνεται από μία μικρή και εντοπισμένη αλλοίωση έως πιο εκτεταμένη φθορά. Μπορεί να εμφανιστεί μετά από τραυματισμό, επαναλαμβανόμενη καταπόνηση ή στο πλαίσιο εκφυλιστικών αλλοιώσεων της άρθρωσης.
Ο αρθρικός χόνδρος έχει περιορισμένη ικανότητα επούλωσης, γι’ αυτό η αντιμετώπιση εξαρτάται από το μέγεθος και τη θέση της βλάβης, την ηλικία και το επίπεδο δραστηριότητας του ασθενούς, τα συμπτώματα και την κατάσταση του υπόλοιπου γόνατος.
Η χονδροπάθεια δεν είναι συνώνυμη με την οστεοαρθρίτιδα. Μία εστιακή βλάβη χόνδρου μπορεί να υπάρχει σε ένα κατά τα άλλα υγιές γόνατο, ενώ η οστεοαρθρίτιδα αφορά πιο γενικευμένες εκφυλιστικές αλλοιώσεις της άρθρωσης.
Η χονδροπάθεια γόνατος μπορεί να προκληθεί από διαφορετικούς μηχανισμούς και δεν οφείλεται πάντα σε μία συγκεκριμένη αιτία.
Ένας άμεσος τραυματισμός ή μία έντονη στροφική κάκωση του γόνατος μπορεί να προκαλέσει εστιακή βλάβη του αρθρικού χόνδρου.
Τέτοιες βλάβες μπορεί να εμφανιστούν μεμονωμένα ή να συνυπάρχουν με άλλους τραυματισμούς, όπως ρήξη μηνίσκου ή κάκωση του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου.
Η επαναλαμβανόμενη φόρτιση της άρθρωσης μπορεί να συμβάλει στην εμφάνιση ή στην επιδείνωση μιας χόνδρινης βλάβης, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παράγοντες που μεταβάλλουν τη φυσιολογική κατανομή των φορτίων στο γόνατο.
Η έντονη αθλητική δραστηριότητα δεν προκαλεί από μόνη της απαραίτητα χονδροπάθεια, αλλά η επαναλαμβανόμενη υπερφόρτιση ενός ήδη επιβαρυμένου γόνατος μπορεί να εντείνει τα συμπτώματα.
Παράγοντες όπως η αστάθεια του γόνατος, η απώλεια τμήματος του μηνίσκου, η διαταραχή της ευθυγράμμισης του κάτω άκρου ή προβλήματα της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης μπορούν να αυξήσουν τα φορτία σε συγκεκριμένες περιοχές του αρθρικού χόνδρου.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η μη φυσιολογική κατανομή φορτίων μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη ή την επιδείνωση μιας χόνδρινης βλάβης.
Με την ηλικία και τη σταδιακή εκφύλιση της άρθρωσης μπορεί επίσης να εμφανιστεί φθορά του αρθρικού χόνδρου.
Όταν η βλάβη δεν είναι πλέον εστιακή αλλά αποτελεί μέρος γενικευμένων εκφυλιστικών αλλοιώσεων της άρθρωσης, τότε η εικόνα πλησιάζει περισσότερο στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος.
Η σωστή διάκριση μεταξύ μιας μεμονωμένης χόνδρινης βλάβης και μιας γενικευμένης εκφυλιστικής πάθησης είναι σημαντική, επειδή η θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να είναι τελείως διαφορετική.
Τα συμπτώματα της χονδροπάθειας γόνατος εξαρτώνται από τη θέση, το μέγεθος και το βάθος της βλάβης του αρθρικού χόνδρου. Μικρές χόνδρινες αλλοιώσεις μπορεί ακόμη και να μην προκαλούν συμπτώματα, ενώ μεγαλύτερες ή πιο επιβαρυμένες βλάβες μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία του γόνατος.
Το συχνότερο σύμπτωμα είναι ο πόνος στο γόνατο, ο οποίος συνήθως επιδεινώνεται με δραστηριότητες που αυξάνουν τα φορτία στην άρθρωση.
Συχνά συμπτώματα μπορεί να είναι:
Πόνος κατά τη βάδιση ή την άσκηση, ιδιαίτερα μετά από αυξημένη καταπόνηση.
Πόνος στο ανέβασμα ή κατέβασμα σκάλας, ειδικά όταν η βλάβη αφορά την επιγονατιδομηριαία άρθρωση.
Ενόχληση κατά το βαθύ κάθισμα, το γονάτισμα ή την παρατεταμένη κάμψη του γόνατος.
Πρήξιμο ή υγρό στο γόνατο, ιδιαίτερα μετά από έντονη δραστηριότητα.
Αίσθημα κριγμού, τριξίματος ή “κλικ” κατά την κίνηση.
Δυσκαμψία και περιορισμός της φυσιολογικής κίνησης του γόνατος.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αίσθημα εμπλοκής ή catching μέσα στην άρθρωση.
Τα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται μόνο μετά από έντονη δραστηριότητα ή να γίνονται πιο επίμονα όσο αυξάνεται η έκταση της χόνδρινης βλάβης.
Όχι. Ο πόνος κατά το ανέβασμα ή το κατέβασμα σκάλας είναι συχνός σε παθήσεις της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης, αλλά δεν αποτελεί από μόνος του διάγνωση χονδροπάθειας.
Παρόμοια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν σε διαφορετικές παθήσεις του γόνατος, γι’ αυτό η διάγνωση βασίζεται στον συνδυασμό του ιστορικού, της κλινικής εξέτασης και, όταν χρειάζεται, του κατάλληλου απεικονιστικού ελέγχου.
Όχι απαραίτητα. Οι ήχοι από το γόνατο είναι πολύ συχνοί και μπορεί να εμφανίζονται ακόμη και χωρίς σημαντική βλάβη της άρθρωσης.
Ο κριγμός αποκτά μεγαλύτερη κλινική σημασία όταν συνοδεύεται από πόνο, επαναλαμβανόμενο πρήξιμο, περιορισμό της κίνησης ή μηχανικά συμπτώματα.
Η παρουσία ήχων από μόνη της δεν αρκεί για να τεθεί διάγνωση χονδροπάθειας.
Η διάγνωση της χονδροπάθειας γόνατος ξεκινά από τη λήψη ενός αναλυτικού ιστορικού και τη λεπτομερή κλινική εξέταση.
Ο ορθοπαιδικός αξιολογεί:
το σημείο και τον χαρακτήρα του πόνου,
αν τα συμπτώματα εμφανίζονται με σκάλες, βαθύ κάθισμα ή άσκηση,
την παρουσία πρηξίματος ή υγρού στο γόνατο,
το εύρος κίνησης της άρθρωσης,
την ευθυγράμμιση του κάτω άκρου,
τη σταθερότητα του γόνατος,
και την πιθανή συνύπαρξη άλλων βλαβών, όπως ρήξη μηνίσκου ή συνδεσμική κάκωση.
Στόχος δεν είναι μόνο να διαπιστωθεί ότι υπάρχει βλάβη του χόνδρου, αλλά και να εκτιμηθεί η αιτία, η έκταση και η κλινική σημασία της βλάβης.
Η απλή ακτινογραφία δεν απεικονίζει άμεσα τον αρθρικό χόνδρο, επειδή ο χόνδρος δεν περιέχει ασβέστιο και επομένως δεν φαίνεται όπως το οστό.
Ωστόσο, η ακτινογραφία μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες για:
το εύρος του μεσάρθριου διαστήματος,
πιθανές εκφυλιστικές αλλοιώσεις,
οστεόφυτα,
παραμορφώσεις,
και τη συνολική ευθυγράμμιση του γόνατος.
Για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν υπάρχει υποψία πιο γενικευμένης εκφυλιστικής πάθησης ή οστεοαρθρίτιδας.
Η μαγνητική τομογραφία (MRI) είναι η σημαντικότερη μη επεμβατική εξέταση για την άμεση αξιολόγηση του αρθρικού χόνδρου και των υπόλοιπων μαλακών μορίων του γόνατος.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν υπάρχει κλινική υποψία εστιακής χόνδρινης βλάβης, επίμονα συμπτώματα χωρίς σαφή εξήγηση από την ακτινογραφία ή ανάγκη να εκτιμηθούν ταυτόχρονα οι μηνίσκοι, οι σύνδεσμοι και το υποχόνδριο οστό.
Η MRI μπορεί να βοηθήσει στην εκτίμηση:
της θέσης της χόνδρινης βλάβης,
του μεγέθους και του βάθους της,
της κατάστασης του υποχόνδριου οστού,
και πιθανών συνοδών βλαβών του γόνατος.
Η παρουσία μιας βλάβης στη μαγνητική τομογραφία όμως πρέπει πάντοτε να συσχετίζεται με τα συμπτώματα και την κλινική εξέταση. Η εικόνα της MRI από μόνη της δεν καθορίζει ούτε τη βαρύτητα των συμπτωμάτων ούτε την ανάγκη για χειρουργική θεραπεία.
Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι.
Η αρθροσκόπηση επιτρέπει άμεση επισκόπηση του αρθρικού χόνδρου, αλλά δεν χρησιμοποιείται συνήθως μόνο και μόνο ως διαγνωστική εξέταση όταν η διάγνωση μπορεί να τεθεί με το ιστορικό, την κλινική εξέταση και την κατάλληλη απεικόνιση.
Κατά τη διάρκεια μιας αρθροσκοπικής επέμβασης που γίνεται για θεραπευτικούς λόγους, ο χειρουργός μπορεί να αξιολογήσει άμεσα τη μορφολογία και την έκταση της χόνδρινης βλάβης.
Αρθροσκοπική εικόνα ασθενούς με χονδροπάθεια έσω μηριαίου κονδύλου (προσωπικό αρχείο)
Η αντιμετώπιση της χονδροπάθειας γόνατος εξατομικεύεται ανάλογα με τα συμπτώματα, την ηλικία και το επίπεδο δραστηριότητας του ασθενούς, καθώς και με τη θέση, το μέγεθος και το βάθος της χόνδρινης βλάβης.
Εξίσου σημαντικό είναι να αξιολογηθεί συνολικά το γόνατο. Παράγοντες όπως η αστάθεια, η διαταραχή της ευθυγράμμισης του κάτω άκρου, η ανεπάρκεια του μηνίσκου ή μία συνοδός συνδεσμική βλάβη μπορεί να επηρεάζουν σημαντικά τη θεραπευτική επιλογή και το τελικό αποτέλεσμα.
Σε πολλές περιπτώσεις η αρχική αντιμετώπιση είναι συντηρητική, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα είναι ήπια ή μέτρια και δεν υπάρχει μία μεγάλη συμπτωματική εστιακή βλάβη που απαιτεί αποκατάσταση.
Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει:
τροποποίηση των δραστηριοτήτων που προκαλούν πόνο,
προσαρμογή των φορτίων στο γόνατο,
οργανωμένο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας,
ενδυνάμωση του τετρακεφάλου και των μυών του ισχίου,
βελτίωση της κινητικότητας και του νευρομυϊκού ελέγχου,
απώλεια σωματικού βάρους όταν υπάρχει σχετική ένδειξη,
αναλγητική ή αντιφλεγμονώδη αγωγή όταν αυτή είναι κατάλληλη για τον συγκεκριμένο ασθενή.
Στόχος της συντηρητικής θεραπείας είναι κυρίως η μείωση του πόνου, η βελτίωση της λειτουργίας και η καλύτερη κατανομή των φορτίων στην άρθρωση.
Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να χρησιμοποιηθούν ενδαρθρικές θεραπείες για τον έλεγχο των συμπτωμάτων, ανάλογα με την υποκείμενη πάθηση και τη συνολική εικόνα του γόνατος.
Το PRP (πλάσμα πλούσιο σε αιμοπετάλια) έχει μελετηθεί κυρίως σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και μπορεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις να βοηθήσει στη μείωση του πόνου και στη βελτίωση της λειτουργικότητας.
Δεν πρέπει όμως να παρουσιάζεται ως μέθοδος που «ξαναφτιάχνει» ή αναγεννά με βεβαιότητα μία εστιακή χόνδρινη βλάβη. Ο ρόλος του είναι διαφορετικός από εκείνον των χειρουργικών τεχνικών αποκατάστασης του αρθρικού χόνδρου.
Η χειρουργική θεραπεία μπορεί να εξεταστεί σε έναν ασθενή με συμπτωματική εστιακή χόνδρινη βλάβη, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα επιμένουν παρά την κατάλληλη συντηρητική θεραπεία και η βλάβη επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργία ή την αθλητική δραστηριότητα.
Δεν υπάρχει μία χειρουργική τεχνική κατάλληλη για όλες τις βλάβες.
Η επιλογή εξαρτάται από:
το μέγεθος και το βάθος της βλάβης,
τη θέση της μέσα στο γόνατο,
την κατάσταση του υποχόνδριου οστού,
την ηλικία και τις απαιτήσεις του ασθενούς,
την ύπαρξη προηγούμενων επεμβάσεων,
την ευθυγράμμιση του κάτω άκρου,
τη σταθερότητα του γόνατος,
και την κατάσταση των μηνίσκων.
Τεχνικές όπως ο μικροτρυπανισμός ή η μικροκατάγματα (microfracture) δημιουργούν μικρές οπές στο υποχόνδριο οστό ώστε να προκληθεί βιολογική αντίδραση επούλωσης.
Το νέο ιστό που δημιουργείται αποτελεί κυρίως ινοχόνδρο και όχι φυσιολογικό υαλοειδή αρθρικό χόνδρο.
Για τον λόγο αυτό οι τεχνικές αυτές χρησιμοποιούνται κυρίως σε επιλεγμένες μικρές εστιακές βλάβες, και όχι ως γενική λύση για κάθε χόνδρινη βλάβη.
Σε κατάλληλες εστιακές βλάβες μπορεί να χρησιμοποιηθεί οστεοχόνδρινο μόσχευμα, δηλαδή μεταφορά ενός τμήματος υγιούς αρθρικού χόνδρου μαζί με το υποκείμενο οστό.
Το μόσχευμα μπορεί να προέρχεται από τον ίδιο τον ασθενή (osteochondral autograft) ή, σε μεγαλύτερες και κατάλληλα επιλεγμένες βλάβες, από δότη (osteochondral allograft).
Οι τεχνικές αυτές έχουν ιδιαίτερη αξία όταν μαζί με τον χόνδρο υπάρχει και σημαντική συμμετοχή του υποχόνδριου οστού.
Η τεχνική AutoCart αποτελεί μία σύγχρονη, μονοσταδιακή μέθοδο αποκατάστασης συμπτωματικών εστιακών βλαβών του αρθρικού χόνδρου του γόνατος.
Κατά τη διάρκεια της ίδιας επέμβασης συλλέγεται υγιής αυτόλογος χόνδρινος ιστός από τον ίδιο τον ασθενή. Ο ιστός τεμαχίζεται σε πολύ μικρά τμήματα και χρησιμοποιείται για την πλήρωση της χόνδρινης βλάβης.
Στην τεχνική AutoCart, ο αυτόλογος χόνδρος μπορεί να συνδυαστεί με Autologous Conditioned Plasma (ACP), δημιουργώντας ένα βιολογικό μόσχευμα το οποίο τοποθετείται απευθείας στην κατάλληλα προετοιμασμένη περιοχή της βλάβης.
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα της τεχνικής είναι ότι πραγματοποιείται σε ένα μόνο χειρουργικό στάδιο. Δεν απαιτείται δηλαδή λήψη χονδροκυττάρων, εργαστηριακή καλλιέργεια και δεύτερη επέμβαση, όπως συμβαίνει στις κλασικές τεχνικές εμφύτευσης καλλιεργημένων χονδροκυττάρων.
Η AutoCart χρησιμοποιείται κυρίως σε επιλεγμένες, εντοπισμένες χόνδρινες ή οστεοχόνδρινες βλάβες, όπως βλάβες των μηριαίων κονδύλων ή της επιγονατιδομηριαίας άρθρωσης.
Η επιλογή της τεχνικής εξαρτάται από το μέγεθος και το βάθος της βλάβης, την κατάσταση του υποχόνδριου οστού, τη θέση της βλάβης, την ηλικία και το επίπεδο δραστηριότητας του ασθενούς, καθώς και από την ύπαρξη συνοδών προβλημάτων όπως αστάθεια, διαταραχή ευθυγράμμισης ή βλάβη του μηνίσκου.
Η AutoCart δεν αποτελεί θεραπεία για γενικευμένη οστεοαρθρίτιδα του γόνατος, αλλά μία τεχνική αποκατάστασης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κατάλληλα επιλεγμένους ασθενείς με εστιακές βλάβες του αρθρικού χόνδρου.
Η χονδροπάθεια δεν έχει την ίδια εξέλιξη σε όλους τους ασθενείς. Η θεραπεία εξαρτάται από το είδος και την έκταση της χόνδρινης βλάβης, τα συμπτώματα, την ηλικία, το επίπεδο δραστηριότητας και τη συνολική κατάσταση του γόνατος.
Σε πολλές περιπτώσεις τα συμπτώματα μπορούν να βελτιωθούν σημαντικά με συντηρητική θεραπεία, σωστή προσαρμογή των φορτίων και οργανωμένη αποκατάσταση.
Σε επιλεγμένες εστιακές χόνδρινες βλάβες που παραμένουν συμπτωματικές μπορεί να εξεταστεί χειρουργική αποκατάσταση του χόνδρου.
Ο φυσιολογικός αρθρικός χόνδρος έχει περιορισμένη ικανότητα επούλωσης.
Μικρές επιφανειακές αλλοιώσεις μπορεί να παραμένουν σταθερές ή να μην προκαλούν σημαντικά συμπτώματα, αλλά μία πλήρους πάχους εστιακή βλάβη δεν αποκαθίσταται συνήθως αυτόματα με φυσιολογικό υαλοειδή χόνδρο.
Για τον λόγο αυτό, όταν μία εστιακή βλάβη προκαλεί επίμονα συμπτώματα, η θεραπεία στοχεύει είτε στη βελτίωση της λειτουργίας του γόνατος είτε, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, στην αποκατάσταση της χόνδρινης επιφάνειας.
Στις περισσότερες περιπτώσεις η πλήρης αποφυγή της κίνησης δεν είναι ο στόχος της θεραπείας.
Η ελεγχόμενη φυσική δραστηριότητα και η προοδευτική άσκηση μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση της μυϊκής δύναμης και της λειτουργίας του γόνατος.
Η ένταση και το είδος της δραστηριότητας πρέπει όμως να προσαρμόζονται στα συμπτώματα. Εάν μία δραστηριότητα προκαλεί έντονο πόνο ή σημαντικό πρήξιμο που επιμένει μετά την άσκηση, το φορτίο πιθανότατα χρειάζεται τροποποίηση.
Δεν υπάρχει ένα πρόγραμμα ασκήσεων κατάλληλο για όλους.
Συνήθως η αποκατάσταση περιλαμβάνει σταδιακή ενδυνάμωση του τετρακεφάλου, των γλουτιαίων και των υπόλοιπων μυών του κάτω άκρου, καθώς και βελτίωση του νευρομυϊκού ελέγχου.
Προτιμώνται αρχικά δραστηριότητες που δεν προκαλούν σημαντική επιδείνωση του πόνου ή του οιδήματος. Το πρόγραμμα πρέπει να προσαρμόζεται στη θέση της βλάβης και στη μηχανική του συγκεκριμένου γόνατος.
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για όλους τους ασθενείς.
Το PRP και το υαλουρονικό χρησιμοποιούνται κυρίως ως θεραπείες για τη βελτίωση των συμπτωμάτων σε επιλεγμένες παθήσεις του γόνατος, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν εκφυλιστικές αλλοιώσεις ή οστεοαρθρίτιδα.
Δεν πρέπει να θεωρούνται ισοδύναμες με μία χειρουργική τεχνική αποκατάστασης μιας εστιακής χόνδρινης βλάβης και δεν έχει αποδειχθεί ότι αποκαθιστούν με προβλέψιμο τρόπο μία πλήρους πάχους χόνδρινη βλάβη.
Η επιλογή μεταξύ τους εξαρτάται από τη διάγνωση, την ηλικία, τα συμπτώματα και τα χαρακτηριστικά του γόνατος.
Χειρουργική αντιμετώπιση μπορεί να εξεταστεί όταν υπάρχει μία σαφώς εντοπισμένη, συμπτωματική χόνδρινη βλάβη και ο ασθενής εξακολουθεί να έχει σημαντικά συμπτώματα παρά την κατάλληλη συντηρητική θεραπεία.
Η απόφαση δεν λαμβάνεται μόνο από τη μαγνητική τομογραφία.
Αξιολογούνται το μέγεθος και το βάθος της βλάβης, η κατάσταση του υποχόνδριου οστού, η ηλικία και οι απαιτήσεις του ασθενούς, καθώς και η σταθερότητα, η ευθυγράμμιση και η κατάσταση των μηνίσκων.
Δεν υπάρχει μία επέμβαση κατάλληλη για όλες τις χόνδρινες βλάβες.
Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της βλάβης μπορούν να χρησιμοποιηθούν τεχνικές διέγερσης του υποχόνδριου οστού, οστεοχόνδρινα μοσχεύματα ή τεχνικές βιολογικής αποκατάστασης του χόνδρου.
Σε επιλεγμένες εστιακές βλάβες μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η τεχνική AutoCart, στην οποία αυτόλογος χόνδρινος ιστός συλλέγεται και χρησιμοποιείται για την αποκατάσταση της βλάβης σε ένα χειρουργικό στάδιο.
Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής γίνεται εξατομικευμένα.
Όχι.
Η χονδροπάθεια περιγράφει μία βλάβη του αρθρικού χόνδρου και μπορεί να είναι εντοπισμένη σε συγκεκριμένη περιοχή του γόνατος.
Η οστεοαρθρίτιδα είναι μία πιο σύνθετη και γενικευμένη εκφυλιστική πάθηση της άρθρωσης, στην οποία εκτός από τον χόνδρο μπορεί να συμμετέχουν το υποχόνδριο οστό, ο αρθρικός υμένας και άλλες δομές.
Η διάκριση είναι σημαντική, επειδή η θεραπευτική στρατηγική μπορεί να είναι διαφορετική.
Ναι. Μία συμπτωματική χόνδρινη βλάβη μπορεί να προκαλεί ερεθισμό μέσα στην άρθρωση και να συνοδεύεται από πρήξιμο ή αρθρική συλλογή.
Ωστόσο, το υγρό στο γόνατο μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές αιτίες και η παρουσία του από μόνη της δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει χονδροπάθεια.
Ο ιατρός Γεώργιος Ροντογιάννης είναι απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Εργάστηκε το 2012 έως και το 2021 στην Γερμανία, όπου και απέκτησε μεγάλη εμπειρία τόσο στον τομέα των αρθροπλαστικών και των αρθροσκοπήσεων όσο και σε αυτόν της τραυματολογίας.
Με την επιστροφή του στην Ελλάδα ανέλαβε επιμελητής της κλινικής Ορθοπαιδικής και Αθλητικής Ορθοπαιδικής του Metropolitan Hospital και παράλληλα διατηρεί ορθοπαιδικό ιατρείο στη Χαλκίδα.
Ιατρείο Χαλκίδας:
Δευτέρα / Τετάρτη / Παρασκευή
17:00-22:00 (κατόπιν ραντεβού)
Τηλ. επικοινωνίας:
2221021010
6986740252
Ιατρείο Οινοφύτων:
Τετάρτη / Σαββάτο κατόπιν ραντεβού
Τηλ. επικοινωνίας:
2262030928
6986740252
Ο Γεώργιος Ροντογιάννης είναι ορθοπαιδικός στη Χαλκίδα με εμπειρία στην αντιμετώπιση μυοσκελετικών παθήσεων και αθλητικών τραυματισμών.
Φαβιέρου 13, 34132 Χαλκίδα
Τηλέφωνο: 2221021010
Κινητό: 6986740252
Web: https://georgiosrontogiannis.gr/
25ης Μαρτίου 24, Οινόφυτα
Τηλέφωνο: 2262030928
Κινητό: 6986740252
Web: https://georgiosrontogiannis.gr/ιατρείο-οινοφύτων/
Iατρείο Χαλκίδα
Δευτέρα/ Τετάρτη/ Παρασκευή:
17:00 – 22:00 (κατόπιν ραντεβού)
Ιατρείο Οινοφύτων
Τετάρτη/ Σαββάτο:
09:30 – 13:30 (κατόπιν ραντεβού)
Ημέρες χειρουργείων
Τρίτη/ Πέμπτη